2.Σκηνή Δεύτερη

(Η ιδέα για αυτές τις συνεντεύξεις γεννήθηκε μέσα από μια ανάγκη για καταγραφή μιας στιγμής ιδιαίτερα δημιουργικής για το κυπριακό θέατρο: μια νέα γενιά δημιουργών είναι πιο παραγωγικοί από ποτέ, μια παλιότερη γενιά μπολιάζεται και δημιουργεί μέσα σε ένα ιδιαίτερα γόνιμο κλίμα. Οι συνεντεύξεις δίνουν έμφαση, αλλά όχι αποκλειστικά, στη θεατρική γραφή, και στοχεύουν στο να ανακαλύψουν, κατά τη διάρκεια μιας άνετης, ανεπίσημης, ειλικρινούς συζήτησης, ουσιαστικές πτυχές της δημιουργικής διαδικασίας.)

Σκηνή Δεύτερη: Γιώργος Νεοφύτου-Ευριπίδης Δίκαιος.

Στη δεύτερη από μια σειρά συνεντεύξεων που επικεντρώνει στη σύγχρονη κυπριακή θεατρική δημιουργία συζητάμε για το έργο ‘Μπαμ!’ , του Γιώργου Νεοφύτου, που ανεβαίνει από την Παραπλεύρως Παραγωγές στο τέλος Νοεμβρίου σε σκηνοθεσία Ευριπίδη Δίκαιου. Περιμένουμε με πολύ ενδιαφέρον αυτό το δημιουργικό “πάντρεμα” ενός σκηνοθέτη της νέας γενιάς, που ηγείται μιας ανεξάρτητης ομάδας, και ενός διακεκριμένου συγγραφέα της προηγούμενης γενιάς, του οποίου τα έργα έχουν ανεβεί επανειλημμένα από το ΘΟΚ και από άλλα μεγάλα θέατρα στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό.

Λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα συναντιόμαστε και συζητάμε για την Κυπριακή θεατρική γραφή, το τοπικό ιδίωμα στο θέατρο και τη συγκρουσιακή αλλά γόνιμη σχέση σκηνοθέτη-συγγραφέα μέσα στη διαδικασία της πρόβας.

Ευριπίδη,  πέρσι ανέβασες το La Belotte του Αντώνη Γεωργίου, ενός επίσης σημαντικού Κύπριου συγγραφεα, του οποίου το έργο πέρασε μέσα από τη διαδικασία της διοργάνωσης Play. Έχεις περάσει και ο ίδιος από τη διαδικασία του Play ως σκηνοθέτης και ως συγγραφέας. Σου αρέσει να εμπλέκονται οι συγγραφείς στη διαδικασία του ανεβάσματος του έργου τους;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Ναι, τώρα πια ξέρω ότι μου αρέσει! Είναι μεγάλο σχολείο να δουλεύεις με ένα συγγραφέα που είναι δίπλα σου, με τον οποίο παλεύεις καθημερινά. Αντιμετωπίζεις το έργο μαζί μ’ αυτόν που το γέννησε. Είναι επίπονο αλλά πολύ δημιουργικό.

Έχεις μια ιδιαίτερη σχέση με τη σύγχρονη Κυπριακή γραφή.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Ο πρώτος λόγος που ασχολήθηκα με το Κυπριακό έργο είναι γιατί μου αρέσουν τα Κυπριακά, μου αρέσει η μελωδία τους, οι ιδιαίτεροι ήχοι τους, που λείπουν απο την “αττική διάλεκτο”.  Θεωρώ ότι αυτό που κάνουμε τα τελευταία χρόνια με το Κυπριακό έργο, να ασχολούμαστε δηλαδη με την εγχωρια γραφή και ιδιαίτερα με τη διάλεκτό μας, δεν είναι καθόλου πρωτοπόρο αλλά είναι απόλυτα αναγκαίο. Δεν είναι πρωτοπόρο γιατί στις περισσότερες χώρες του κόσμου τοποθετείται μεγαλη αξία στις τοπικές διαλέκτους στο θέατρο. Εμείς ακόμα δεν το έχουμε καταλάβει αυτό πλήρως, και έτσι αφαιρούμε ένα μεγάλο κομάτι από το θεατρικό λόγο που θα μπορούσε να εμπλουτίσει το θέατρο μας.

Μπαμ αφίσα

Υπάρχει μια διάχυτη διστοκία για το θέμα της Κυπριακής διαλέκτου στο θέατρο και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Στις συνειδήσεις κάποιων η διάλεκτος είναι συνυφασμένη με τα στενά όρια της τοπικότητας, και με συγκεκριμένα είδη θεάτρου, που δεν θεωρούνται ‘σοβαρά’. Κάποιες φορές ακούμε μάλιστα τη γνώμη ότι ένα έργο γραμμένο στην Κυπριακή διάλεκτο δεν μπορεί να ταξιδέψει στην Ελλάδα.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Εδώ και σαράντα χρόνια ακούω αυτό το ανόητο σχόλιο ότι για να ανέβουν τα έργα κάποιου στην Ελλάδα πρέπει να είναι στην κοινή νεοελληνική. Αυτό απέχει πολύ από την αλήθεια! Μα ας πάρουμε για παράδειγμα το Γιώργο Διαλεγμένο, το έργο του ‘Σε φιλώ στη Μούρη, ή το Πανηγύρι: αυτά είναι μήπως γραμμένα στην αστική νεοελληνική γλώσσα; Και άλλοι πολλοί Έλληνες συγγραφείς, από τις αρχες του 20ου αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, έχουν γράψει σε τοπικά ιδιώματα, ή ιδιώματα που παραπέμπουν σε ποικίλες κοινωνικές τάξεις, και όχι στην ισοπεδωτική αστική-αττική διάλεκτο.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Είμαστε δεκάδες χρόνια πίσω από συγγραφείς όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός, που αντιμετώπισαν τον ίδιο πόλεμο όταν προσπάθησαν να αποτυπώσουν στη λογοτεχνία τον τρόπο που μιλούσε ο απλός κόσμος.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Στην Κύπρο, όταν δοκιμάζαμε να γράψουμε στην Κυπριακή, είχαμε και το πρόβλημα ότι έπρεπε να αποτινάξουμε από πάνω μας το βάρος και το στίγμα του Κυπριώτικου σκετς, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με το Κυπριακό ιδίωμα. Αυτόν το δισταγμό τον ξεπέρασα προσωπικά με το πρώτο μου έργο, Ένα Κυπριώτικο σκετς, το οποίο συνδύασε το τοπικό ιδιώμα με “σοβαρή” θεματολογία. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι το Ιταλικό, το Γερμανικό, και βεβαίως το Αγγλικό θέατρο στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στα τοπικά ιδιώματα. Η γλώσσα των χαρακτήρων εκφράζει καταγωγή αλλά και κοινωνική τάξη, χωρίς να σημαίνει ότι ο,τιδήποτε ξεφεύγει από την αστική διάλεκτο πρέπει να κατηγοριοποείται ως κωμωδία. ‘Αλλο πρόβλημα που είχαμε ως ‘Ελληνες και Ελληνοκύπριοι είναι ότι για χρόνια παίζαμε στο θέατρο πολλά ξένα έργα τα οποία ήταν μεταφρασμένα στην αττική αστική διάλεκτο, η οποία ισοπέδωνε τις γλωσικές διαφοροποιήσεις του πρωτότυπου.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Από την άλλη, η χρήση της “κοινής νεολληνικής” μπορεί επίσης να είναι εργαλείο θεατρικής αποστασιοποίησης, ένα μπρεχτικό δηλαδή εργαλείο. Όταν σε ένα έργο αυτό ξαφνικά σπάσει, όταν δηλαδη ξαφνικά μπει εμβόλιμη για μια στιγμη η Κυπριακή διάλεκτος για να σπάσει την άνετη αποστασιοποίηση που μας προσφέρει η “επίσημη” γλώσσα, θυμίζοντάς μας ότι πρόκειται για κάτι εντελώς κοντά μας, οικείο, δικό μας, αυτό μπορεί πραγματικά να μας ταρακουνίσει. Η χρήση της γλώσσας στο θέατρο δηλαδή δεν είναι σημαία, δεν είναι εθνικιστική η πολιτική δήλωση, αλλά ένα θεατρικό έργαλείο με πολλές διαστάσεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Με ρώτησαν πολλές φορές γιατί έγραψα το έργο μου Μανώλη! στην πανελλήνια δημοτική; Απαντώ πάντα: Γιατί ήθελα να αποστασιοποιηθώ. Άρχισα να γράφω στην Κυπριακή αλλά ήταν τόσο φορτισμένο το θέμα, που δεν το άντεχα. Φοβήθηκα ότι θα καταντήσω μελοδραματικός. Έτσι έγραψα στην κοινή νεοελληνική για να αποστασιοποιηθώ από το χαρακτήρα και για να αποστασιοποιηθεί ο χαρακτήρας από το θεατή.

Το Μπαμ! βέβαια είναι ένα έργο που βασίζεται στο θέμα της γλώσσας, με ένα δικό του, ιδιαίτερο τρόπο.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Σε πρώτη ανάγνωση το έργο είναι μια φοβερή κωμωδία, καλοστημένη και έξυπνα δομημένη. Αλλά έχει πολλές δυσκολίες στο ανέβασμα του. Διαδραματίζεται μέσα σε ένα ναρκοπέδιο στη νεκρή ζώνη. Το στήσιμο είναι περιορισμένο σε ένα τετραγωνικό μέτρο, αφού φυσικά οι ήρωες δεν μπορούν να κινηθούν ελεύθερα. Αυτό σκηνοθετικά είναι μια κόλαση! Οι δύο χαρακτήρες, ένας Ελληνοκύπριος και ένας Τουρκοκύπριος, είναι προσωρινά κουφοί από μια έκρηξη και προσπαθούν να συνεννοηθούν.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Πρόκειται για μία συζήτηση μεταξύ κωφών, οι οποίοι νομίζουν και οι δύο ότι μιλούν την ίδια γλώσσα, και ότι είναι από την ίδια κοινότητα. Κάποιες κοινές λέξεις στις δύο διαλέκτους ενισχύουν την ψευδαίσθησή τους ότι συνεννοούνται και οδηγούν σε περισσότερες κωμικές καταστάσεις.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Δυστυχώς ήταν μεγάλη απογοήτευση το ότι δεν καταφέραμε να κάνουμε το έργο με ένα Τουρκοκύπριο ηθοποιό που να μιλάει στην Τουρκοκυπριακή διάλεκτο.

Τώρα όλο το έργο, για λόγους θεατρικής σύμβασης, είναι γραμμένο στην ελληνοκυπριακή διάλεκτο. Αλλά τελικά θα ήταν τεράστιο πρόβλημα αν είχαμε και τις δυο γλώσσες, όσον αφορά την κατανόηση από το κοινό. Θα χάναμε το ρυθμό, θα ήταν αδύνατο να βγουν οι κωμικές καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο, δεν θα μπορούσε το κοινό να παρακολουθήσει, ιδιαίτερα επειδή το έργο είναι γραμμένο με τόση ακρίβεια ως κωμωδία καταστάσεων και παρεξηγήσεων.

Πόσο συμμετείχε ο συγγραφέας στη διαδικασία της πρόβας και με ποιο τρόπο;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Ο Γιώργος ήταν πολύ ανοικτός και ευέλικτος στην συνεργασία, έτοιμος να κάνει αλλαγές στο κείμενο για να δουλεύει καλύτερα παραστασιακά. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό, γιατί θεωρώ ότι ένα έργο διαμορφώνεται και από τους ηθοποιούς και το σκηνοθέτη για μια συγκεκριμένη παράσταση.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Σίγουρα το έργο διαμορφώνεται και μέσα από τις πρόβες, φτάνει να μην αλλοιώνεται το βαθύτερο νόημα. Είμαι ένας συγγραφέας που έχω και κάποια πολιτικά μηνύματα μέσα στα έργα μου και αυτά δεν θελω επ’ουδενί να αλλοιωθουν. Από την άλλη το Μπαμ! πρέπει να έχει ένα τέτοιο ρυθμό κωμωδίας που να μην επιτρέπει στο θεατή να σκέφτεται το πολιτικό υπόβαθρο εκείνη τη στιγμή: την ώρα της παράστασης ο θεατής πρέπει να γελά, να περνά καλά, να διασκεδάζει με αυτή την κωμωδία ασυνεννοησίας. Τα πολιτικά θέματα ας τα σκεφτεί μετά, αφού φύγει από το θέατρο. Η πολιτική διάσταση υπάρχει γιατί το ναρκοπέδιο και η ασυνεννοησία αποτελούν πολιτική αλληγορία, αλλά δεν θέλω να κάνω διάλεξη!

Ήταν η πρώτη φορά που δουλεύεις σε συνεργασία με την ομάδα για τη διαμόρφωση του κειμένου;

ΓΙΩΡΓΟΣ: Για μένα η διαδικασία των αλλαγών στο κείμενο μέσα από τη συνεργασία με την ομάδα ήταν ένας εντελώς καινούργιος τρόπος δουλειάς και μια μεγάλη πρόκληση. Άκουγα τα σχόλια στην πρόβα και ξαναδούλευα το κείμενο στο σπίτι. Πολλά πράγματα άλλαξαν και έγιναν αποτελεσματικότερα. Βγαίνει αυτό που θέλω να δώσω σαν συγγραφέας, με διαφορετικό τρόπο. Το κείμενο του Μπαμ! ήταν ένα work in progress, έτσι αυτή η συνεργασία ήταν μια διαδικασία που την ήθελα κι εγώ.

Τελευταία σχόλια;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο το πώς γράφουμε την Κυπριακή διάλεκτο. Προκύπτουν  ερωτήματα όπως: Ποια Κυπριακή διάλεκτος; Από ποιο γεωγραφικό σημείο; Από πότε; Και αυτό πώς γράφεται; Πώς την αντιλαμβάνεται κάποιος όταν την βλέπει γραπτώς; Συνειδητοποίησα μέσα από τις πρόβες πως επειδή δεν είναι απόλυτα κωδικοποιημένοι εγγράφως οι ήχοι της διαλέκτου που μιλούμε, και επειδή δεν αντιλαμβανόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο τη μουσικότητα της γλώσσας, υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες στην επικοινωνία του νοήματος. Είναι ένα τεράστιο και πολύ δημιουργικό θέμα. Έχοντας μεταφράσει ξένα έργα στα κυπριακά, έχοντας σκηνοθετίσει δύο έργα Κυπρίων συγγραφέων γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο και αρχίζοντας κι εγώ τώρα να γράφω θέατρο στα κυπριακά, συνειδητοποιώ πόσο περίπλοκο είναι να γράψεις στην ντοπιολαλιά. Απαιτείται από το συγγραφέα πάρα πολλή δουλειά πάνω στην ανθρώπινη διάσταση των χαρακτήρων, πάνω στην αλήθεια τους, η οποία θα δοθεί αυθεντικά και με ακρίβεια μέσα από το αυτό το γλωσσικό ιδίωμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Πιστεύω ότι δεν είναι το ιδιώμα που κάνει ένα έργο κυπριακό ή όχι. Για παράδειγμα η μάνα στο έργο μου Μανώλη! είναι αδιαμφισβήτητα Κύπρια, παρόλο που το έργο είναι γραμμένο στην κοινή νεοελληνική. Αυτό που κανει ένα έργο Κυπριακό είναι το πώς σκιαγραφείται ο συναισθηματικός κόσμος, η ιδιοσυγκρασία, τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του λαού αυτού μέσα από το διάλογο και την πλοκή.

Advertisements